Παιδί και ναρκωτικά-πώς μιλάμε και πώς συμπεριφερόμαστε;

2018-09-28T19:34:15+00:00

Τα ναρκωτικά και οι εξαρτήσεις γενικότερα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα σημαντικών ζητημάτων, στα οποία όμως συνήθως δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία επί καθημερινής βάσης. Έτσι, μολονότι συχνά οι γονείς έχουν μια αδιόρατη ανησυχία για την επικινδυνότητα των ουσιών (κάτι που εντείνεται όσο τα παιδιά τους πλησιάζουν προς την εφηβεία), τείνουν να την τοποθετούν στο πίσω μέρος του μυαλού τους. Πώς μπορούν όμως να διαχειριστούν το ζήτημα και τι μπορούν να κάνουν ώστε να δημιουργήσουν μια φιλοσοφία κατά των εξαρτήσεων στην οικογένεια; Παρακάτω θα σας δώσω μερικά χρήσιμα tips!

Πάνω από όλα η σχέση!

Η καλλιέργεια μια σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ γονέων-παιδιών είναι το α και το ω για την πρόληψη όχι μόνο της χρήσης ουσιών, αλλά και της εμπλοκής με οποιουδήποτε είδους επικίνδυνη δραστηριότητα. Ένα παιδί που αισθάνεται ασφαλές και αποδεκτό από τους γονείς του και μπορεί να συζητάει μαζί τους για πολλά ζητήματα, «εύκολα» και «δύσκολα», είναι λιγότερο πιθανό να «μπλέξει» με εξαρτήσεις.

Ενημέρωση, όχι απλά απαγόρευση

Για πολλούς γονείς, το να πουν στο παιδί τους «στο απαγορεύω επειδή είναι επικίνδυνο!» είναι μάλλον ο «ευκολότερος» και πιο «ανώδυνος» τρόπος για αυτούς να το προστατέψουν. Και μέχρι ενός επιπέδου ενδεχομένως και να δρα. Όσο όμως το παιδί μεγαλώνει και μπαίνει στην εφηβεία, οι γονείς του παύουν να παίζουν το ρόλο της αυθεντίας, ενώ βασικότερη πηγή επιρροής γίνονται οι συνομήλικοί του.

Το κλειδί οπότε είναι η ενημέρωση. Το παιδί μαθαίνει για ποιό λόγο είναι επί της ουσίας επικίνδυνα τα ναρκωτικά, πώς επιδρούν στον οργανισμό, ποιές είναι οι βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες συνέπειες της χρήσης τους. Ένα παιδί που γνωρίζει και κατανοεί θα πει πολύ δυσκολότερα «ναι» σε σχέση με κάποιο που απλά ξέρει ότι «είναι κακό». Φυσικά, για να δώσουν και οι γονείς την κατάλληλη πληροφόρηση θα πρέπει να το ψάξουν και οι ίδιοι, να ενημερωθούν, να ανατρέξουν σε διάφορες πηγές, να μελετήσουν!

Η κάθε ηλικία θέλει τους χειρισμούς της

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι αλλιώς θα μιλήσει ένας γονιός σε ένα 8χρονο, αλλιώς σε ένα 13χρονο. Διαφορετικές πτυχές του ζητήματος μπορεί να κατανοήσει ένα παιδί του Δημοτικού, διαφορετικές ένας έφηβος.

Προσχολική ηλικία και πρώτες τάξεις του Δημοτικού

Το παιδί μαθαίνει ότι υπάρχουν «καλές» και «κακές» ουσίες και σκευάσματα. Οι «καλές» είναι τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για ιατρικούς λόγους με συγκατάθεση και εποπτεία γιατρού, οι «κακές» είναι αυτές που δεν αποσκοπούν στη βελτίωση κάποιου ιατρικού προβλήματος και λαμβάνονται χωρίς ιατρική άδεια, τα λεγόμενα ναρκωτικά. Για την καλύτερη κατανόηση των παραπάνω μπορούν να χρησιμοποιηθούν παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, στα οποία το παιδί έχει πρόσβαση και μπορεί να τα κατανοήσει: το εμβόλιο που του κάνει ο γιατρός στο ιατρείο του είναι «καλό», η ένεση που κάνει μόνος του ο εξαθλιωμένος χρήστης που είδε στο δρόμο είναι «κακή».

Με πολύ απλά λόγια μπορούν να εξηγηθούν οι κίνδυνοι της χρήσης των ναρκωτικών: η εξάρτηση (σωματική και ψυχολογική), οι πιθανότητες μετάδοσης ασθενειών, η δυσκολία επαφής με την πραγματικότητα.

Επιπλέον, το παιδί μαθαίνει ότι δεν πρέπει να παίρνει κανενός είδους σκεύασμα από ανθρώπους που δεν ξέρει, όσο και αν μοιάζει με κάποιο χάπι που είχε πάρει κάποια άλλη στιγμή όντας άρρωστο.

Δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να κάνει ερωτήσεις και να εκφράσει τις απορίες του σε ένα πλαίσιο ανοιχτού διαλόγου.

Τελευταίες τάξεις του Δημοτικού

Η ενημέρωση συνεχίζεται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, συχνά βάσει πραγμάτων που το παιδί θα ακούσει στο σχολείο και τις άλλες του δραστηριότητες, ή βάσει της επικαιρότητας.

Σε αυτή τη φάση όμως δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη συζήτηση και την αλληλεπίδραση με το παιδί, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο για να εκφράσει την άποψή του, αλλά και αρκετά «αθώο» ακόμα ώστε να διατηρήσει μια ανεπιτήδευτη και αυθόρμητη στάση στις κουβέντες με τους γονείς του. Είναι βασικό να αισθανθεί ασφάλεια και αποδοχή, ώστε να του εντυπωθεί στο μυαλό ότι οι γονείς του θα είναι εκεί για να ζητήσει βοήθεια σε κάθε περίπτωση.

Εφηβεία

Σε αυτή τη φάση το παιδί είναι αρκετά μεγάλο ώστε να δοθεί έμφαση, πέρα από τους κινδύνους σωματικής και ψυχικής υγείας, στο κομμάτι της παραβατικότητας όπου η χρήση ναρκωτικών συνιστά. Ο έφηβος λοιπόν οφείλει, μεταξύ άλλων, να γνωρίζει και τις νομικές συνέπειες της χρήσης απαγορευμένων ουσιών.

Από εκεί και πέρα, σημαντικότατο ρόλο στην αποτροπή του προς τη χρήση ουσιών μπορεί να παίξει η οικογένεια. Ένα παιδί που έχει δυνατούς συναισθηματικούς δεσμούς με την οικογένειά του δεν θα προβεί τόσο εύκολα σε παραβατικές συμπεριφορές. Το παραπάνω ενισχύουν ερευνητικά ευρήματα σύμφωνα με τα οποία οι παραβάτες έχουν ασθενείς συναισθηματικούς δεσμούς με τους άλλους.

Ταυτόχρονα, βασικά είναι τα όρια όπου οι γονείς θα θέσουν στο παιδί τους. Γενικώς έχει επικρατήσει η άποψη ότι τα σταθερά όρια και η, καλώς εννοούμενη, αυστηρότητα δρουν ενισχυτικά στην προσπάθεια των γονιών να κρατήσουν τα παιδιά τους μακριά από τέτοιες συμπεριφορές.

Βεβαίως, καθώς ο έφηβος περνά πολύ χρόνο με τους συνομηλίκους του και επηρεάζεται ιδιαίτερα από αυτούς, είναι σημαντικό για τους γονείς να γνωρίζουν τους φίλους του και τις οικογένειές τους. Αυτό ενισχύεται από αρκετές βιβλιογραφικές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες όσα περισσότερα γνωρίζουν οι γονείς σχετικά με την καθημερινότητα και τον κύκλο των παιδιών τους, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν να εμπλακούν αυτά σε παραβατικές συμπεριφορές, να σχετιστούν με παραβατικά άτομα, ή να προβούν σε τέτοιου είδους ενέργειες λόγω πίεσης από τους συνομηλίκους τους.

Από εκεί και πέρα υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση που οι γονείς μπορούν να έχουν στις δραστηριότητες των έφηβων παιδιών τους. Καταρχάς πρακτικοί, καθώς οι έφηβοι περνούν πολύ χρόνο εκτός σπιτιού, αλλά και συναισθηματικοί, καθώς αφενός πολλοί άνθρωποι αντιδρούν αρνητικά στον έλεγχο, αφετέρου φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματική η συνειδητή συμφωνία με το ηθικό πλαίσιο της οικογένειας και όχι η επιβεβλημένη.

Το παιδί δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις εμπειρίες των γονιών του πάνω στα ναρκωτικά

Σύμφωνα με Αμερικανική έρευνα, οι γονείς μπορούν να επηρεάσουν τη στάση που θα υιοθετήσουν τα παιδιά τους απέναντι στα ναρκωτικά. Πιο συγκεκριμένα, φάνηκε ότι η τακτική κάποιων γονέων να μιλάνε στα παιδιά τους για τις δικές τους εμπειρίες/δοκιμές με τα ναρκωτικά (είτε ως παράδειγμα προς αποφυγή/κίνητρο αποτροπής, είτε ως τρόπος να έρθουν περισσότερο κοντά τους) μπορεί να αποδειχτεί επιβλαβής.

Αντίθετα, τα παιδιά γονέων που εφάρμοσαν μια αυστηρή πολιτική απέναντι στις ουσίες και απέφευγαν να μιλάνε για τις δικές τους εμπειρίες πάνω στο ζήτημα φάνηκε να έχουν περισσότερες πιθανότητες να υιοθετήσουν μια φιλοσοφία εναντίον των ναρκωτικών.

Ψυχραιμία!

Υπάρχουν παιδιά που κάποια στιγμή θα «μπλέξουν», ακόμα και αν οι συνθήκες ευνοούν για το αντίθετο. Τι γίνεται τότε; Καταρχάς είναι λογική η ύπαρξη συναισθημάτων ενοχής από την πλευρά των γονέων, αλλά είναι σημαντικό να τοποθετηθούν στο πίσω μέρος του μυαλού, δίνοντας προτεραιότητα στη δράση!

Καθώς η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, είναι σημαντικό για τους γονείς να απευθυνθούν σε κάποιον οργανισμό που εξειδικεύεται στις εξαρτήσεις ή/και να ζητήσουν τη συνδρομή ενός ειδικού ψυχικής υγείας για να τους δώσει κατευθύνσεις.

Βασικό είναι να έχουν καταφέρει ως τότε να χτίσουν μια καλή σχέση με το παιδί, η οποία θα τους δώσει την ευκαιρία να καταλάβουν όσο πιο έγκαιρα γίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, βοηθώντας τους να δράσουν άμεσα. Αυτή η σχέση θα δημιουργήσει και τη βάση που θα κάνει το παιδί να τους εμπιστευτεί και να τους ανοιχτεί, στην κοινή προσπάθεια εξόδου από την εξάρτηση.

Βάνα Νικολοπούλου

Σύμβουλος ψυχικής υγείας (MSc Πανεπιστημίου Αθηνών)

Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια (PostGrad Dip)

Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής (MEd University of Glasgow)